Η αγορά μετοχών με μόχλευση, δηλαδή πληρώνοντας μόνο κλάσμα της πραγματικής αξίας των μετοχών και κερδίζοντας πολλαπλάσια από την άνοδο τους, είναι ένας από τους γρηγορότερους δρόμους για τη δημιουργία φούσκας υπεραξιών σε μία χρηματιστηριακή αγορά. Όσο η αγορά ανεβαίνει τόσο οι χρηματιστηριακές γίνονται πιο ανεκτικές στο να επιτρέπουν στους επενδυτές να αγοράζουν με μόχλευση και έτσι η τάση ανατροφοδοτείται με ρευστότητα η οποία όμως, είναι χρηματιστηριακή.
Με άλλα λόγια, η αγορά δεν προσελκύει νέα κεφάλαια τα οποία τοποθετούνται με μακροπρόθεσμη προοπτική ποντάροντας στην ανάπτυξη της οικονομίας αλλά κινείται χάρη στη δημιουργία υπεραξιών που δημιουργούνται από την άνοδο της, οι οποίες χρησιμοποιούνται για να παράγουν περισσότερες υπεραξίες, καταλήγοντας σε ένα φαύλο κύκλο παραγωγής ρευστότητας από τη ρευστότητα.
Σύμφωνα με το 3FVIP.com, στην κορυφή της φούσκας του 1999 η μόχλευση στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης είχε φτάσει στα 280 δις δολάρια, που ήταν και το ιστορικό υψηλό. Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος αυτό, αρκεί να συγκριθεί με το αντίστοιχο στις αρχές της δεκαετίας του '90, όταν η μόχλευση στο NYSE (χρηματιστήριο Νέας Υόρκης) ήταν 20 δις δολάρια. Μέσα σε 9 χρόνια τα επίπεδα της μόχλευσης και ουσιαστικά της κερδοσκοπίας αυξήθηκαν κατά 1300%.
Μετά το κραχ του 2000 η μόχλευση μειώθηκε κατακόρυφα αλλά το 2006, 3 χρόνια μετά την αρχή της 1ης ανοδικής περιόδους της τρέχουσας δεκαετίας, η μόχλευση ξεπέρασε τα επίπεδα του '99 πετυχαίνοντας νέο ιστορικό ρεκόρ, κάτι το οποίο είχαμε επισημάνει σε αναλύσεις εκείνης της περιόδου ως ένδειξη μίας φούσκας ρευστότητας. Στην κορυφή αυτής της φούσκας, το Νοέμβριο του 2007, η μόχλευση στο NYSE έφτασε στα 380 δις δολάρια, δηλαδή 100 δις περισσότερα από το υψηλό του 1999.
Ακολούθησε το μεγάλο κραχ και η μόχλευση επέστρεψε στο χαμηλό του 2009 στα 177 δις δολάρια. Από την αρχή της ανόδου του Μαρτίου, ωστόσο, η μόχλευση έχει αυξηθεί με τον ταχύτερο ρυθμό στην ιστορία και το Νοέμβριο έχει φτάσει στα 310 δις δολάρια, δηλαδή 30 δις περισσότερα από το υψηλό του '99.
Και ενώ τα επίπεδα μόχλευσης απογειώνονται, αυτά των ποσοστών των θέσεων short στις αμερικανικές μετοχές, προσγειώνονται απότομα. Πριν την άνοδο του Μαρτίου οι θέσεις που πόνταραν σε πτώση του S&P 1500 στις ΗΠΑ (θέσεις short), βρίσκονταν σε επίπεδο πολυετούς ρεκόρ, πάνω από το 12% επί του συνόλου των θέσεων. Από την αρχή της ανόδου του Μαρτίου και μετά, τα ποσοστά των short θέσεων επί του συνόλου των θέσεων σε όλους τους κλάδους του S&P 500, έχουν υποστεί μία κατακόρυφη πτώση, με αυτά για τον S&P 1500 να έχουν μειωθεί στο 6,4% που αποτελεί νέο χαμηλό 2 ετών. Το μέσο ποσοστό short θέσεων σε κάθε μετοχή του S&P 1500 για κάθε μετοχή, είναι ακόμη χαμηλότερο και κυμαίνεται στο 4,5%.
Κατά τη διάρκεια του 2ου μισού του Οκτωβρίου, οι 8 από τους 10 κλάδους του S&P 500 σημείωσαν μείωση στα ποσοστά short θέσεων τους, με τους επενδυτές να γίνονται όλο και πιο αισιόδοξοι για την πορεία της αγοράς και όλο και πιο απρόθυμοι να ποντάρουν κόντρα στην άνοδο.
Η εξέλιξη αυτή είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, καθώς στο 2ο μισό του Οκτωβρίου οι αγορές μετοχών κινήθηκαν διορθωτικά με αρκετά έντονο ρυθμό και θα ήταν λογικό ένα ποσοστό των επενδυτών να ποντάρει στην πτώση τους ή να προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί αυτήν την πτώση. Παρόλα αυτά συνέβη ακριβώς το αντίθετο και όσο η αγορά διόρθωνε οι επενδυτές γίνονταν όλο και πιο απρόθυμοι να ανοίξουν short θέσεις.
Στους πρώτους μήνες του ράλι, όταν η ανοδική τάση κορύφωνε, έστω και βραχυπρόθεσμα, οι επενδυτές πολύ γρήγορα πόνταραν σε μία πτώση ανοίγοντας short θέσεις. Στο τελευταίο διάστημα, όμως, αυτή η διάθεση τείνει να εξαλειφθεί εντελώς και κανείς δε φαίνεται να μπορεί να δει οτιδήποτε άλλο πέρα από συνέχεια της ανόδου.
| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|

























