Η μακροοικονομία έχει διαιρεθεί σε δύο μεγάλα κομμάτια: τους οικονομολόγους του 'αλμυρού νερού' (κυρίως αυτούς που βρίσκονται στα αμερικανικά πανεπιστήμια των Ακτών), οι οποίοι έχουν μια περισσότερο ή λιγότερο κεϊνσιανή θεώρηση για το τι αφορούν οι υφέσεις και τους οικονομολόγος του 'γλυκού νερού' (προερχόμενοι κυρίως από τα τμήματα της Ενδοχώρας), οι οποίοι πιστεύουν ότι η εν λόγω θεώρηση είναι ανόητη.
Οι οικονομολόγοι του 'γλυκού νερού' είναι κατά βάση ακραιφνείς νεοκλασικοί. Πιστεύουν ότι κάθε αξιόπιστη οικονομική ανάλυση ξεκινά από την υπόθεση των ορθολογικών ατόμων και της αποτελεσματικής λειτουργίας των αγορών, μια υπόθεση που, όπως βλέπουμε, καταρρέει με την ιστορία του συνεταιρισμού για το μπέιμπι σίτινγκ. Κατά τη δική τους οπτική, μια γενική έλλειψη επαρκούς ζήτησης δεν είναι δυνατή, επειδή κινούνται πάντα οι τιμές ώστε να εξισορροπήσουν την προσφορά με τη ζήτηση. Αν ο κόσμος θέλει περισσότερα κουπόνια μπέιμπι σίτινγκ, η αξία αυτών των κουπονιών θα ανέβει, έτσι ώστε ένα κουπόνι να αξίζει ας πούμε σαράντα λεπτά μπέιμπι σίτινγκ αντί για μισή ώρα – ή αντιστοίχως το κόστος μιας ώρας μπέιμπι σίτινγκ θα πέσει από τα δύο κουπόνια στο ενάμισι. Και αυτό θα λύσει το πρόβλημα: Η αγοραστική ισχύς των κυκλοφορούντων κουπονιών θα αυξηθεί, έτσι ο κόσμος δε θα νιώθει την ανάγκη να αποταμιεύει περισσότερα κουπόνια και δεν θα έχουμε ύφεση.
Αλλά οι υφέσεις δεν μοιάζουν σαν περίοδοι όπου απλά δεν υπάρχει επαρκής ζήτηση για να προσφερθεί απασχόληση σε όποιον θέλει να δουλέψει; Τα φαινόμενα απατούν, διατείνονται οι θεωρητικοί του 'γλυκού νερού'. Τα έγκυρα, κατά την άποψή τους, οικονομικά λένε πως δεν υπάρχουν συνολικές ελλείψεις ζήτησης -
κι αυτό σημαίνει ότι πράγματι δεν υπάρχουν. Τα κεϊνσιανά οικονομικά “αποδείχτηκαν ψευδή”, λέει ο John Cohrane του Πανεπιστημίου του Σικάγο.
Παρ' όλα αυτά έχουμε ακόμη υφέσεις. Γιατί; Στη δεκαετία του 1970 ο κορυφαίος μακροοικονομολόγος του 'γλυκού νερού' Robert Lucas, βραβευμένος και με Νόμπελ, υποστήριξε ότι οι υφέσεις προκαλούνται από μια προσωρινή σύγχυση: οι εργαζόμενοι και οι εταιρείες δυσκολεύονται να διακρίνουν τις συνολικές αλλαγές στα επίπεδα τιμών εξαιτίας των πληθωριστικών ή αποπληθωριστικών τάσεων που κυριαρχούν στον δικό τους επιχειρηματικό κλάδο. Και ο Lucas προειδοποίησε ότι κάθε προσπάθεια για την καταπολέμηση του επιχειρηματικού κύκλου είναι αντιπαραγωγική: οι ενεργητικές πολιτικές παρεμβάσεις, είπε, θα ενισχύσουν τη σύγχυση και μόνο.
Από τη δεκαετία του 1980, ωστόσο, ακόμη και αυτή η σοβαρά περιορισμένη εκδοχή της ιδέας ότι οι υφέσεις είναι κάτι κακό απορρίφθηκε από τους περισσότερους οικονομολόγους του 'γλυκού νερού'. Αντ' αυτής, οι νέοι ηγέτες του ρεύματος, και ιδίως ο Edward Prescott του Πανεπιστημίου της Μινεσότα, υποστήριξε ότι οι διακυμάνσεις των τιμών και οι μεταβολές της ζήτησης δεν έχουν στην πραγματικότητα να κάνουν σε τίποτα με τον επιχειρηματικό κύκλο. Αντ' αυτού είναι ο επιχειρηματικός κύκλος που αντανακλά διακυμάνσεις οι οποίες συντελούνται στο επίπεδο της τεχνολογικής προόδου και που ενισχύονται από την ορθολογική ανταπόκριση των εργαζομένων, οι οποίοι ενσυνειδήτως εργάζονται περισσότερο όταν το περιβάλλον είναι ευνοϊκό και λιγότερο όταν δεν είναι.
Η ανεργία, συνεπώς, προκύπτει από την ενσυνείδητη απόφαση των εργαζομένων να φύγουν για κάποιο διάστημα από τη δουλειά.
Τοποθετούμενη χονδροειδώς έτσι, αυτή η θεωρία μοιάζει ανόητη – δηλαδή η Μεγάλη Ύφεση ήταν οι Μεγάλες Διακοπές; Και για να είμαι έντιμος, πιστεύω ότι πραγματικά είναι ανόητη. Αλλά η βασική προϋπόθεση της θεωρίας του “πραγματικού επιχειρηματικού κύκλου” του Prescott ανέκυπτε από ιδιοφυώς κατασκευασμένα μαθηματικά μοντέλα, που χαρτογραφούσαν πραγματικά δεδομένα με χρήση πολύπλοκων στατιστικών τεχνικών, και η θεωρία κατέληξε να κυριαρχήσει στη διδασκαλία της μακροοικονομίας σε πολλά πανεπιστήμια. Το 2004, κατ' αντανάκλαση της επιρροής της θεωρίας του, ο Prescott μοιράστηκε ένα Νόμπελ με τον Finn Kydland του Carnegie Mellon University.
Εν τω μεταξύ οι οικονομολόγοι του 'αλμυρού νερού' είχαν κολώσει. Ενώ οι οικονομολόγοι του 'γλυκού νερού' ήταν ακραιφνείς θεωρητικοί, οι οικονομολόγοι του 'αλμυρού νερού' ήταν πραγματιστές. Οικονομολόγοι όπως ο N. Gregory Mankiw του Χάρβαρντ, ο Olivier Blanchard του ΜΙΤ και ο David Romer του Μπέρκλεϊ αναγνώριζαν πως ήταν δύσκολο να συμβιβάσεις την κεϊνσιανή θεώρηση των υφέσεων με τη νεοκλασική θεωρία, έβρισκαν όμως πως οι αποδείξεις για το ότι οι υφέσεις προκαλούνται από διαταραχές στη ζήτηση ήταν εξαιρετικά ισχυρές για τις απορρίψουν. Έτσι ήθελαν να παρεκκλίνουν από την υπόθεση των τέλειων αγορών ή της τέλειας ορθολογικότητας, ή και των δύο, προσθέτοντας αρκετές ατέλειες για να δημιουργήσουν χώρο σε μια λιγότερο ή περισσότερο κεϊνσιανή θεώρηση των υφέσεων. Και κατά τη δική τους οπτική, παρέμενε επιθυμητή η ενεργητική πολιτική παρέμβαση για την καταπολέμηση των υφέσεων.
Αλλά οι αυτοαποκαλούμενοι Νέοι Κεϊνσιανοί οικονομολόγοι δεν ήταν άτρωτοι στα θέλγητρα των ορθολογικών ατόμων και των τέλειων αγορών. Προσπάθησαν να κρατήσουν τις αποκλίσεις τους από την νεοκλασική ορθοδοξία όσο γίνονταν πιο περιορισμένες. Αυτό σήμαινε ότι στα κυρίαρχα μοντέλα τους δεν δημιούργησαν χώρο για πράγματα όπως οι φούσκες και η κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος. Το γεγονός ότι όλα αυτά συνέχιζαν να συμβαίνουν στον πραγματικό κόσμο – είχαμε μια τρομερή χρηματοπιστωτική και μακροοικονομική κρίση που σάρωσε το μεγαλύτερο μέρος της Ασίας το 1997 - 98 και την κάμψη που άγγιξε βάθη ύφεσης στην Αργεντινή το 2002 – δεν αντανακλάσθηκε στην κυρίαρχη σκέψη του Νεοκεϊνσιανισμού.
Ακόμη κι έτσι, θα πίστευε κανείς ότι οι διαφορετικές κοσμοθεωρίες μεταξύ των οικονομολόγων του 'γλυκού νερού' και του 'αλμυρού νερού' θα τους είχαν οδηγήσει σε μόνιμες διαφωνίες για ό,τι αφορούσε τα θέματα της οικονομικής πολιτικής. Κάπως εντυπωσιακά όμως, από το 1985 ως το 2000 οι διαμάχες μεταξύ των δύο ρευμάτων αφορούσαν κυρίως τη θεωρία, όχι την πράξη. Ο λόγος γι' αυτό, πιστεύω, ήταν ότι οι Νέοι Κεϊνσιανοί, σε αντίθεση με τους πρώτους Κεϊνσιανούς, δεν πίστευαν στην αναγκαιότητα της δημοσιονομικής πολιτικής – μεταβολές στις κρατικές δαπάνες ή την φορολογία – για την καταπολέμηση των υφέσεων. Πίστευαν πως οι μονεταριστικές πολιτικές, υπό τη διαχείριση των τεχνοκρατών της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, ήταν σε θέση να προσφέρουν ό,τι θεραπείες χρειάζονταν η οικονομία. Στους εορτασμούς για τα 90α γενέθλια του Φρίντμαν, ο Μπεν Μπερνάνκι, παλαιότερα ένας λιγότερο ή περισσότερο Νεοκεϊνσιανός καθηγητής του Πρίνστον, και από τότε πρόεδρος της FED, δήλωσε χαρακτηριστικά για τη Μεγάλη Ύφεση: “Είχατε δίκιο. Το καταλάβαμε. Λυπόμαστε πολύ. Αλλά χάρη σε σας δεν πρόκειται να ξανασυμβεί”. Το ξεκάθαρο μήνυμα ήταν πως ό,τι χρειαζόμαστε για να αποφύγουμε τις υφέσεις είναι όλο και όλο μια πιο έξυπνη FED.
Για όσον καιρό η μακροοικονομική πολιτική είχε αφεθεί στα χέρια του μαέστρου Γκρίνσπαν, χωρίς τα κεϊνσιανού τύπου προγράμματα τόνωσης της οικονομίας, οι οικονομολόγοι του 'γλυκού νερού' δεν είχαν λόγους να παραπονιούνται. (Δεν πίστευαν βέβαια ότι οι νομισματικές πολιτικές κάνουν καλό στην οικονομία, αλλά δεν πίστευαν ότι της κάνουν και κακό). Χρειάστηκε μια κρίση για να μας αποκαλύψει πόσο περιορισμένο ήταν το κοινό έδαφος ανάμεσα στα δύο ρεύματα και πόσο ακόμη και οι Νεοκεϊνσιανοί οικονομολόγοι έγιναν οπαδοί του Δρ. Πάνγλωσσου.
Στις πρόσφατες αξιοθρήνητες οικονομικές συζητήσεις, η τυπική κατακλείδα προς εξυπηρέτηση κάθε σκοπιμότητας ήταν “κανείς δεν θα μπορούσε να την έχει προβλέψει...”. Είναι ό,τι λες για καταστροφές που θα μπορούσαν να έχουν προβλεφθεί, που θα έπρεπε να έχουν προβλεφθεί και που τελικά είχαν προβλεφθεί από κάποιους λίγους οικονομολόγους, οι οποίοι λοιδορήθηκαν για τον κόπο τους.
Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την καλπάζουσα άνοδο και πτώση των τιμών των κατοικιών. Υπήρξαν ορισμένοι οικονομολόγοι, κυρίως ο Robert Shiller, που αναγνώρισαν τη φούσκα και προειδοποίησαν ότι αν έσκαγε, θα είχε οδυνηρές συνέπειες. Κι όμως, οι κορυφαίοι σχεδιαστές πολιτικής δεν κατάφεραν να δουν το προφανές. Το 2004, ο Άλαν Γκρίνσπαν απαξίωνε τις συζητήσεις για την φούσκα των κατοικιών: “Μια σοβαρή στρέβλωση των τιμών σε εθνικό επίπεδο”, δήλωνε, είναι “πολύ απίθανη”. Οι αυξήσεις στις τιμές των κατοικιών, έλεγε ο Μπεν Μπερνάνκι το 2005, “σε γενικές γραμμές αντανακλούν τα ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας”.
Πώς τους διέφυγε η φούσκα; Για να είμαστε ειλικρινείς, τα επιτόκια ήταν ασυνήθιστα χαμηλά, κι αυτό πιθανώς εξηγεί εν μέρει την άνοδο των τιμών. Μπορεί να έχει επίσης να κάνει με το ότι ο Γκρίνσπαν και ο Μπερνάνκι ήθελαν να γιορτάσουν την επιτυχία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας με την έξοδο της οικονομίας από την ύφεση του 2001. Η αναγνώριση του γεγονότος ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτής της επιτυχίας βασίζονταν στη δημιουργία μιας τεράστιας φούσκας θα πάγωνε τους πανηγυρισμούς.
Αλλά υπήρχε και κάτι ακόμη που συνέβαλε: η γενική πεποίθηση ότι απλά δεν έχουμε φούσκες. Το εκπληκτικό όταν ξαναδιαβάζεις τις διαβεβαιώσεις του Γκρίνσπαν, είναι ότι δεν βασίζονταν σε στοιχεία – βασίζονταν στην απριόρι πεποίθησή του ότι πολύ απλά δεν μπορεί να υπάρξει φούσκα στην αγορά κατοικιών. Και οι θεωρητικοί των χρηματοπιστωτικών ήταν ακόμη πιο άκαμπτοι σε αυτό το σημείο. Σε μια συνέντευξή του του 2007, ο Eugene Fama, πατέρας της υπόθεσης των αποτελεσματικών αγορών, δήλωνε ότι “η λέξη 'φούσκα' δεν μου βγάζει κανένα νόημα”. Και συνέχιζε εξηγώντας γιατί μπορούμε να εμπιστευόμαστε την αγορά κατοικιών: “Οι αγορές κατοικιών έχουν πιο περιορισμένη ρευστότητα, αλλά ο κόσμος είναι πολύ προσεκτικός όταν αγοράζει κατοικίες. Οι κατοικίες αποτελούν τυπικά τη μεγαλύτερη επένδυση που κάνουν οι άνθρωποι, έτσι το εξετάζουν πολύ και συγκρίνουν τιμές. Οι διαδικασίες τιμολόγησης στην αγορά κατοικιών είναι πολύ προσεγμένες”.
Πράγματι οι αγοραστές κατοικιών συγκρίνουν σε γενικές γραμμές πολύ προσεκτικά τις τιμές – που σημαίνει ότι συγκρίνουν την τιμή της υποψήφιας προς αγορά κατοικίας με τις τιμές άλλων κατοικιών. Αλλά αυτό δεν μας λέει τίποτα για το αν δικαιολογούνται οι τιμές της αγοράς κατοικιών σε συνολικό επίπεδο. Έχουμε εδώ ξανά τα “οικονομικά του κέτσαπ”: επειδή τα δύο τέταρτα μιας φιάλης κέτσαπ στοιχίζουν δύο φορές όσο το ένα τέταρτο της μιας φιάλης, οι θεωρητικοί των χρηματοπιστωτικών δηλώνουν ότι οι τιμές του κέτσαπ πρέπει να είναι σωστές.
Με δυο λόγια, η πίστη στις αποτελεσματικές χρηματοπιστωτικές αγορές δεν άφηνε πολλούς, αν όχι τους περισσότερους, οικονομολόγους να διακρίνουν την ανάδυση της μεγαλύτερης χρηματοπιστωτικής φούσκας στην ιστορία. Και η θεωρία των αποτελεσματικών αγορών διαδραμάτισε επίσης σημαντικό ρόλο στη μεγέθυνση αυτής της φούσκας στο πρώτο στάδιο.
Από τη στιγμή που η μη διαγνωσθείσα φούσκα έσκασε, αποκαλύφθηκαν οι αληθινοί κίνδυνοι των υποτιθέμενων ασφαλών στοιχείων ενεργητικού και ο εύθραυστος χαρακτήρας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Τα αμερικανικά νοικοκυριά ήρθαν αντιμέτωπα με την εξάτμιση πλούτου ύψους 13 τρις δολαρίων, χάθηκαν περισσότερες από 6 εκατομμύρια θέσεις εργασίας και το ποσοστό ανεργίας μοιάζει να κατευθύνεται σε ιστορικά υψηλά από τη δεκαετία του 1940. Συνεπώς τι καθοδήγηση μας προσφέρουν τώρα τα σύγχρονα οικονομικά για να αντιμετωπίσουμε την παρούσα δύσκολη κατάστασή μας; Και μπορούμε να τα εμπιστευθούμε;
Μεταξύ του 1985 και του 2007, μια απατηλή ειρήνη είχε εγκατασταθεί στο πεδίο της μακροοικονομίας. Δεν υπήρχε πραγματική σύγκλιση απόψεων μεταξύ των κομματιών των οικονομολόγων του 'αλμυρού νερού' και του 'γλυκού νερού'. Ήταν όμως τα χρόνια της Μεγάλης Μετριοπάθειας – μια παρατεταμένη περίοδος κατά την οποία ο πληθωρισμός είχε τιθασευτεί κι οι υφέσεις ήταν σχετικώς ήπιες. Οι οικονομολόγοι του 'αλμυρού νερού' θεωρούσαν ότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα τα είχε όλα υπό έλεγχο. Οι οικονομολόγοι του 'γλυκού νερού' δεν πίστευαν ότι οι ενέργειες της FED ήταν πράγματι ευεργετικές, ήθελαν όμως να αφήνουν τα πράγματα να κυλούν.
Αλλά η κρίση έδωσε τέλος σε αυτή την απατηλή ειρήνη. Γιατί ξαφνικά οι περιορισμένου φάσματος τεχνοκρατικές πολιτικές που και οι δύο πλευρές ήταν πρόθυμες να αποδεχτούν δεν ήταν πια αποτελεσματικές – και η ανάγκη για μια πολιτική απάντηση ευρύτερου χαρακτήρα ξέθαψε τις παλιές διαμάχες, δίνοντάς τους νέο και πιο λυσσαλέο από κάθε άλλη φορά χαρακτήρα.
Γιατί αυτές οι περιορισμένου φάσματος τεχνοκρατικές πολιτικές δεν ήταν αποτελεσματικές; Η απάντηση, με μια λέξη, είναι “μηδέν”.
Κατά τη διάρκεια μιας φυσιολογικής ύφεσης, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα απαντά αγοράζοντας βραχυπρόθεσμα ομόλογα του δημόσιου από τις τράπεζες. Αυτό μειώνει τα επιτόκια των κρατικών χρεογράφων. Οι επενδυτές που αναζητούν υψηλότερες αποδόσεις στρέφονται σε άλλα στοιχεία ενεργητικού, κίνηση που με τη σειρά της οδηγεί στη μείωση και των άλλων επιτοκίων. Και κατά φυσιολογικό τρόπο αυτή η μείωση των επιτοκίων οδηγεί τελικά στην οικονομική ανάκαμψη. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα αντιμετώπισε την ύφεση που άρχισε το 1990 συμπιέζοντας τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια από το 9% στο 3%. Αντιμετώπισε την ύφεση που άρχισε το 2000 μειώνοντας τα επιτόκια από το 6,5% στο 1%. Και προσπάθησε να αντιμετωπίσει την παρούσα ύφεση οδηγώντας τα επιτόκια από το 5,25% κοντά στο 0. Αλλά αποδείχτηκε ότι το μηδέν δεν ήταν αρκετά χαμηλό για να δώσει τέλος στην παρούσα ύφεση. Και η FED δεν μπορεί να ωθήσει τα επιτόκια κάτω του μηδενός, αφού με επιτόκια κοντά στο μηδέν, οι επενδυτές απλά κρατούν τα λεφτά τους, δεν δανείζουν. Έτσι από τα τέλη του 2008, κι ενώ τα επιτόκια ήταν βασικά στο επίπεδο εκεί που οι μακροοικονομολόγοι αποκαλούν ΄”ζώνη του μηδενός”, η δε ύφεση εξακολουθούσε να βαθαίνει, οι συμβατικές νομισματικές πολιτικές είχαν εξαντλήσει όλη τους τη δυναμική.
Τι θα πει αυτό; Ήταν η δεύτερη φορά που η Αμερική βρίσκονταν στη “ζώνη του μηδενός”, με την προηγούμενη κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης. Και ήταν ακριβώς η παρατήρηση ότι υπήρχε ένα κατώτατο όριο στα επιτόκια που είχε οδηγήσει τον Κέινς να υποστηρίξει την αύξηση των κρατικών δαπανών. Όταν οι νομισματικές πολιτικές είναι αναποτελεσματικές και δεν μπορούν να πείσουν τον ιδιωτικό τομέα να αυξήσει τις δαπάνες του, πρέπει να πάρει τη θέση του ο δημόσιος τομέας στηρίζοντας την οικονομία. Τα δημοσιονομικά μέτρα τόνωσης της οικονομίας είναι η κεϊνσιανή απάντηση στην οικονομική κατάσταση τύπου ύφεσης στην οποία τώρα βρισκόμαστε.
Είναι λοιπόν αυτή η κεϊνσιανή σκέψη που στηρίζει την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Ομπάμα – και οι οικονομολόγοι του 'γλυκού νερού' είναι έξαλλοι. Για 25 ή κάπου τόσα χρόνια, ανέχτηκαν τις προσπάθειες της FED να διαχειριστεί την οικονομία, αλλά η επιστροφή σε πολιτικές πλήρως εμπνευσμένες από τον κεϊνσιανισμό είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Το 1980, ο Lucas, του Πανεπιστημίου του Σικάγο, έγραφε ότι τα κεϊνσιανά οικονομικά είναι τόσο γελοία που “στα ερευνητικά σεμινάρια, κανείς πια δεν παίρνει την κεϊνσιανή θεωρία στα σοβαρά· το ακροατήριο αρχίζει τους ψιθύρους και τα χάχανα”. Η παραδοχή ότι ο Κέινς ήταν κατά βάση σωστός, μετά από όλα αυτά, θα ήταν μια πολύ ταπεινωτική κατάντια.
Έτσι ο Cohrane του Σικάγο, βαθύτατα προσβεβλημένος με την ιδέα ότι οι κρατικές δαπάνες μπορούν να αμβλύνουν την παρούσα ύφεση, δήλωσε: “Όλα αυτά δεν τα διδάσκει κανείς πια, ούτε καν στους προπτυχιακούς φοιτητές μετά τη δεκαετία του 1960... [Οι κεϊνσιανές ιδέες] Είναι παραμύθια που έχουν αποδειχτεί ψευδή. Είναι πολύ ανακουφιστικό σε πιεστικούς καιρούς να επιστρέφουμε στα παραμύθια που ακούσαμε παιδιά, αλλά αυτό δεν τα καθιστά λιγότερο ψέματα”. (Είναι μια ένδειξη τού πόσο βαθιά άνοιξε το χάσμα ανάμεσα στους οικονομολόγους του 'γλυκού' και του 'αλμυρού νερού' το ότι ο Cohrane δεν πιστεύει πως υπάρχει 'κανείς' που να διδάσκει πια αυτές τις ιδέες, ενώ στην πραγματικότητα διδάσκονται σε πανεπιστήμια όπως το Πρίνστον, το ΜΙΤ και το Χάρβαρντ).
Εν τω μεταξύ οι οικονομολόγοι του 'αλμυρού νερού' που τόσα χρόνια παρηγορούνταν με την πίστη ότι το μεγάλο χάσμα στη μακροοικονομία είχε περιοριστεί, εξεπλάγησαν όταν συνειδητοποίησαν ότι οι οικονομολόγοι του 'γλυκού νερού' δεν είχαν διαβάσει τίποτα. Οι οικονομολόγοι του 'γλυκού νερού' που έριχναν το ανάθεμα στα δημοσιονομικά μέτρα τόνωσης της οικονομίας δεν έμοιαζαν με ακαδημαϊκούς, οι οποίοι εξέτασαν τα κεϊνσιανά επιχειρήματα και τα βρήκαν λειψά. Έδειχναν άνθρωποι που δεν είχαν την παραμικρή ιδέα για το τι αφορούσαν τα κεϊνσιανά οικονομικά, που αναβίωναν τις προ του 1930 απατηλές κοινοτοπίες με την πεποίθηση ότι έλεγαν κάτι νέο και εμβριθές.
| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|

























